Μαύρη μου πέτρα, Γάζα μου,
στο αίμα βαμμένη, σε θάψανε δίχως σταυρό, μα δεν είσαι πεθαμένη. Στης θάλασσας το χείλος, σε σφίγγει το τείχος, κι η μάνα σου στέκει βουβή, με δάκρυ και στίχο. «Εδώ, στη γη των αρχών», ψιθύρισε ο Νταρουίς, μα η αρχή έγινε στάχτη, κι η ελπίδα της πνίγη. Ο Ρίτσος σου γράφει φωνή, μες στου θανάτου το χνώτο, «Όταν σφίγγεις το χέρι του άλλου, χτίζεις τον κόσμο απ’ το πρώτο». Κι ο Λειβαδίτης σου λέει: «Αν δεν κρατήσεις το φως, θα ’ρθει η νύχτα να σε πάρει, χωρίς να πει ούτε πώς». Μα εσύ, Γάζα μου, στέκεις, σαν δέντρο που δεν λυγά, με ρίζες βαθιά στο χώμα, και κλώνους μες στη φωτιά. Σου τραγουδούν οι πέτρες, σου μιλούν οι νεκροί, κι η φωνή σου ανεβαίνει, σαν ψαλμός πρωινή. Μοιρολόι δεν είσαι, είσαι κραυγή και ζωή, είσαι η μνήμη που γράφει, μες στη φωτιά προσευχή.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου